Blow the whistle without fear – Η σημασία της προστασίας των whistleblowers

/ / Legal x-rays

Σε προηγούμενά μας άρθρα είχαμε αναλύσει εκτενώς την σημασία της υιοθέτησης αρχών συμμόρφωσης εκ μέρους των επιχειρήσεων που ανήκουν στο χώρο του φαρμάκου αλλά και του ιατρικού αναλωσίμου με στόχο την καταπολέμηση της διαφθοράς και της προώθησης διαφανών συνεργασιών. Στο πλαίσιο αυτό, ο θεσμός του whistleblowing αποτελεί αδιαμφισβήτητα έναν εξαιρετικής σημασίας θεσμό ο οποίος θέτει σημαντικές βάσεις για την πάταξη της διαφθοράς, ένα από τα πιο επίκαιρα κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας. Καθοριστικό ρόλο, βέβαια, στην αναφορά παράνομων πράξεων παίζει ο ίδιος ο whistleblower, o λεγόμενος μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος. Ως εκ τούτου δημιουργούνται τα εξής εύλογα ερωτήματα:

  • Ποια είναι τα δικαιώματα του whistleblower και ποιο το πεδίο προστασίας του;
  • Υπάρχει άραγε ένα εναρμονισμένο ευρωπαϊκό καθεστώς ή ειδικότεροι τοπικοί νόμοι σε κάθε κράτος-μέλος οι οποίοι να παρέχουν αποτελεσματική προστασία στους whistleblowers;

Μολονότι η συμβολή ενός whistleblower είναι καθοριστική για την αποτροπή και τιμωρία αδιαφανών πρακτικών, στην πράξη πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι συχνά διστάζουν να καταγγείλουν περιστατικά που μπορεί να υποπέσουν στην αντίληψή τους κατά την εργασία τους σε μία επιχείρηση ή και φορέα, δημόσιο ή ιδιωτικό. Ένας τέτοιος φόβος άλλωστε επιβεβαιώνεται από πλείονα περιστατικά επιβολής πειθαρχικών και ποινικών κυρώσεων, απολύσεων, ακόμη και απειλών που μπορεί να ακολουθήσουν μετά από μία καταγγελία. Προκύπτει επομένως, ότι καθίσταται υποχρεωτική η ικανοποιητική προστασία των ατόμων εκείνων που ενώ επιθυμούν να καταγγείλουν περιστατικά αδιαφανών και παράνομων πρακτικών, αποφεύγουν, ωστόσο, να προβούν σε επίσημες καταγγελίες λόγω των αρνητικών συνεπειών που ενδέχεται να ακολουθήσουν εις βάρος τους και ως εκ τούτου σιωπούν.

Μέχρι στιγμής στην Ευρώπη δεν υπάρχει δεν υπάρχει ένα εναρμονισμένο νομοθετικό καθεστώς αναφορικά με τον θεσμό του whistleblowing και την προστασία και τα δικαιώματα των ίδιων των whistleblowers. Ως εκ τούτου εναπόκειται στα ίδια τα κράτη-μέλη να θεσπίσουν ειδικούς νόμους ή να προβλέψουν γενικότερες διατάξεις αναφορικά με το θεσμό του whistleblowing και την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.

Έτσι, πολλές χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία έχουν ήδη προβεί στην θέσπιση νόμων με στόχο την προάσπιση των whistleblowers. Συγκεκριμένα η British Public Interest Disclosure Act (PIDA) της Μ. Βρετανίας που ψηφίστηκε το 1998 θεωρείται ως ένας από τους ισχυρότερους και πληρέστερους νόμους καθώς περιλαμβάνει διατάξεις μέσω των οποίων προστατεύονται όλοι οι υπάλληλοι του δημόσιου αλλά και ιδιωτικού τομέα αλλά ακόμη και εργαζόμενοι που παρέχουν την εργασία τους εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην Γαλλία χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ψήφιση νόμου, το 2013, μέσω του οποίου η Γαλλία θέλησε να προστατεύσει τους whistleblowers οι οποίοι αποκαλύπτουν κινδύνους σε σχέση με την υγεία και το περιβάλλον. Σε συνέχεια μάλιστα της θέσπισης του ως άνω νόμου παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση των καταγγελιών για θέματα που αφορούν την προστασία της δημόσιας υγείας. Έτσι, οι σχετικές καταγγελίες αφορούσαν μεταξύ άλλων τον κίνδυνο κατανάλωσης συγκεκριμένου φαρμακευτικού σκευάσματος για τον διαβήτη αλλά και την επικινδυνότητα ενός βιομηχανικού διαλύτη ο οποίος κυκλοφορούσε την εποχή αυτή.

Η Ελλάδα μέχρι πρόσφατα δεν είχε προβλέψει την θέσπιση ειδικών νομοθετικών κανόνων για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, το 2014, πραγματοποιήθηκε το πρώτο σημαντικό βήμα για την θέσπιση μίας ολοκληρωμένης νομοθεσίας whistleblowing, η οποία παρέχει ικανοποιητική προστασία στους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι καταγγέλλουν σοβαρές πράξεις διαφθοράς. Ειδικότερα, με τον Ν. 4254/2014 προστέθηκε στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας νέο άρθρο (45 Β) με τίτλο «Αποχή από ποινική δίωξη μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος» σύμφωνα με το οποίο σε υποθέσεις σχετικά με ειδικά αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις είναι δυνατόν, μετά από έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, να χαρακτηρίζεται ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος «όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ` οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές, στην αποκάλυψη και δίωξη τους». Παράλληλα, το ίδιο άρθρο προστατεύει τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος από την ποινική δίωξη των εγκλημάτων της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου ή των εγκλημάτων των παραγράφων 4 ή 8 του άρθρου 22 του ν. 2472/1997.

Σχόλιο του γραφείου μας:

Σε μία εποχή όπου η πάταξη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαφθοράς αποτελεί άμεση και πρωταρχική ανάγκη η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος ή αλλιώς whistleblowers αναδεικνύεται πιο σημαντική από ποτέ. Η θέσπιση, έτσι, ενός ισχυρού νομοθετικού πλαισίου με στόχο την προστασία των ατόμων αυτών, θα αποτελέσει αδιαμφισβήτητα σημαντικό κίνητρο αποκάλυψης κρίσιμων πληροφοριών που αφορούν περιστατικά διαφθοράς τα οποία ενώ αποτελούν συχνά κοινό μυστικό, δεν βλέπουν ωστόσο ποτέ το φως της δημοσιότητας. Στο πλαίσιο αυτό παραμένει η εξής πρόκληση: η ισχυροποίηση αφενός των κανόνων που αφορούν την προστασία των whistleblowers σε ευρωπαϊκό, ει δυνατό, επίπεδο και η πρόβλεψη αφετέρου αποτελεσματικών μεθόδων μέσω των οποίων θα διερευνάται σε ένα πρώτο στάδιο η βασιμότητα των σχετικών καταγγελιών.

Σε ό,τι αφορά ειδικά τον χώρο του φαρμάκου, καθίσταται προφανές ότι η αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με μία διεφθαρμένη και παράνομη πρακτική είναι καίριας σημασίας. Μεγάλα σκάνδαλα του παρελθόντος έχουν καταδείξει την σημασία αποτελεσματικής προστασίας των ατόμων που ρισκάρουν την επαγγελματική και προσωπική τους ασφάλεια προκειμένου να πολεμήσουν πρακτικές διαφθοράς, όπως η δωροδοκία. Η προστασία έτσι των ατόμων αυτών δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο ως προς το κομμάτι απαλλαγής τους από οποιαδήποτε ευθύνη (όπως απόλυση, πειθαρχικές κυρώσεις, εκδικητικές μεταθέσεις, παρενόχληση, απώλεια προνομίων κλπ) αλλά και την παροχή ικανοποιητικής αποζημίωσης για κάθε είδους συνέπεια των διώξεων ή αντιποίνων που ασκούνται εις βάρος τους.