ΤΟ ΝΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ

/ / Legal x-rays
THE NEW SALES LAW

Του Γιώργου Σκάμπουλου, Δικηγόρος LL.M Μάρτιος 2023

Ο Έλληνας νομοθέτης με τον Ν. 4967/2022 αναδιαμόρφωσε το δίκαιο της πώλησης, όπως αυτό περιλαμβάνεται στα άρθρα 513 επ. του ΑΚ, ενσωματώνοντας στο εσωτερικό δίκαιο τις Οδηγίες 2019/770 και 2019/ 77 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δικαιολογητική βάση της ρύθμισης αποτέλεσε αφενός το πραγματικό γεγονός ότι η σύγχρονη οικονομία αλλά και η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας επέβαλλε την ειδική ρύθμιση της πώλησης ψηφιακών αντικειμένων, ως ειδικότερη κατηγορία της σύμβασης πώλησης και αφετέρου η πρακτική ανάγκη εκσυγχρονισμού της εθνικής ρύθμισης σε ζητήματα που άπτονται της ευθύνης του πωλητή.

Συγκεκριμένα, αρχικά ο νομοθέτης εισήγαγε στο εθνικό δίκαιο μια νέα έννοια, την πώληση πράγματος με ψηφιακά στοιχεία (άρθρο 513 Α ΑΚ). Ως πράγμα με ψηφιακά στοιχεία ορίζεται «κάθε κινητό πράγμα που ενσωματώνει ή διασυνδέεται με ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η απουσία του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να εμποδίζει την εκτέλεση των λειτουργιών του». Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω έννοια, δεν ρυθμιζόταν νομοθετικά πριν τη θέσπιση της νέας διατάξεως, καθώς η πώληση πράγματος με ψηφιακά χαρακτηριστικά συνιστούσε μια απλή πώληση, χωρίς ειδικότερες ρυθμίζεις. Η νέα ρύθμιση αποτελεί μια πιο σύγχρονη νομοθετική επιλογή, η οποία βασικό άξονα έχει την επίδραση της ψηφιακής οικονομίας στο δίκαιο της πώλησης και ορίζει ότι η σύμβαση πώλησης πράγματος με ψηφιακά στοιχεία καταλαμβάνεται ρητώς από τις διατάξεις των άρθρων 514 επ.

Επιπροσθέτως, κομβικός άξονας της νέας ρύθμισης είναι η πιο σύγχρονη ρύθμιση της πλημμελούς εκπλήρωσης της σύμβασης πώλησης. Ειδικότερα, η νέα ρύθμιση διατηρεί την έννοια του πραγματικού ελαττώματος (άρθρο 535 ΑΚ), αλλά περιορίζει σε δευτερεύοντα ρόλο την έννοια των συνομολογημένων ιδιοτήτων του πράγματος. Πλέον, πραγματικό ελάττωμα έχουμε μόνο όταν το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στις υποκειμενικές και αντικειμενικές απαιτήσεις (άρθρα 535 Α και 535 Β ΑΚ). Η διαφορά υποκειμενικών και αντικειμενικών απαιτήσεων έγκειται στο ότι οι πρώτες καθορίζονται με βάση τη συμφωνία των μερών, ενώ οι δεύτερες προσδιορίζονται με αντικειμενικά κριτήρια που συνέχονται με τη φύση του πωληθέντος πράγματος.

Σε αντιστοιχία και με την προγενέστερη ρύθμιση, ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, μετά την παράδοση του πράγματος, δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, εκτός αν ο αγοραστής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε τη μη ανταπόκριση. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση πράγματος με ψηφιακά στοιχεία, αν το πράγμα, κατά τον χρόνο παροχής των ψηφιακών στοιχείων, δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση. Όταν ο πωλητής ευθύνεται για έλλειψη ανταπόκρισης, ο αγοραστής δικαιούται να: 1. απαιτήσει αποκατάσταση της ανταπόκρισης του πράγματος, 2. μειώσει το τίμημα, 3. υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, 4. απαιτήσει αποζημίωση. Η αποζημίωση αποτελεί τη μοναδική περίπτωση ευθύνης του πωλητή που εξαρτάται από υπαιτιότητά του.

Συμπερασματικά, το νέο δίκαιο της πώλησης αν και δεν έχει πολυάριθμες αλλαγές έναντι του παλαιότερου νομικού καθεστώτος, επιλύει αυθεντικά και αποτελεσματικά σύγχρονα ζητήματα που η προηγούμενη εικοσαετής ρύθμιση δεν κατόρθωσε να επιλύσει με απόλυτη επιτυχία. Η ρύθμιση είναι πιθανό να επηρεάσει και τις αντίστοιχες προβλέψεις αναφορικά με το ηλεκτρονικό εμπόριο. Ειδικά η αγορά των NFT’s δε ρυθμίζεται νομοθετικά στην Ελλάδα, χωρίς να αποκλείεται να υπάρξουν εξελίξεις στο άμεσο μέλλον.